ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μνημόσυνο (ουσ. ουδ.) μνημόσυνο [mniˈmosino] Γούρδ., Μισθ., Φάρασ. μομόσυο [moˈmosio] Μισθ. νημόσυνου [niˈmosinu] Σίλ. νημόσυου [niˈmosiu] Σίλ. Αρχ. ουσ. μνημόσυνο = ανάμνηση.
Μνημόσυνο ό.π.τ. : Κάνκαμε μνημόσυνο σο ξωκκλήσι γιατί ήτουνε Ψυχοσάββατο (Κάναμε μνημόσυνο στο ξωκκλησι γιατί ήταν Ψυχοσάββατο) Φάρασ. -ΕΚΠΑ 2142 Ντου μνημόσυνο σ’ ογώ νο'ο ποίκου (Το μνημόσυνό σου εγώ θα το κάνω) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Συνών. άμωμος :3, μόνεψη, σαραντούρι, συλλείτουργο
Τροποποιήθηκε: 14/05/2025