ανάτις
(επίρρ.)
ανάτις
[aˈnatis]
Μισθ., Τσαρικ.
ανάτη
[aˈnati]
Ουλαγ.
Από την μεσν. εκκλ. φρ. (ἀκολουθία) τῆς ἐνάτης, η οποία αναφέρεται στη ενάτ ώρα, κατά την οποία τελείται η τελευταία (σύντομη) ακολουθία της ημέρας, εν προκειμένω της προηγουμένης της εορτής.
1. Με γεν. που προηγείται, δηλώνει την παραμονή εορτής
Μισθ.
:
Γιορντανιού ανάτις ψήνουμ' κόλλ’φα
(Παραμονή των Φώτων ψήνουμε κόλλυβα)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Τ' Άι-Βασιλιού ανάτις κλώισ̑καν 'ς τα σπίτια
(Την παραμονή της πρωτοχρονιάς γύριζαν στα σπίτια, ενν. για τα κάλαντα)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ 887
Τ' ανάτις
(Την παραμονή)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ανάτη μέρα
(Παραμονή μεγάλης εορτής)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Συνών.
παραμονή
2. Ως επίρρ., το πρωί
:
Σήμερα ανάτις
(Σήμερα το πρωί)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ 887
Συνών.
αποταχύ, αυγίτσα, αυγόπουρνα, σαμπαχλαϊνά, σάμπαχτα
Τροποποιήθηκε: 27/05/2026