διαφορεύω
(ρ.)
διαφορεύω
[ðʝafoˈrevo]
Σινασσ.
Μεσν. ρ. διαφορεύω = κερδίζω, ωφελούμαι
Ωφελώ
Συνών.
γιαραντίζω :1, φαϊνταλαντιρτίζω, φελάω, Αντίθ
κακοδοικώ, λαλώ :2
Τροποποιήθηκε: 15/11/2025