διαστραμμένος
(επίθ.)
γιαστραμμένου
[ʝastraˈmenu]
Μαλακ.
Από την νεότ. μτχ. διαστραμμένος, η οπ. από την μτχ. διεστραμμένος του αρχ. ρ. διαστρέφω.
Τροποποιήθηκε: 17/06/2025