γιακατζάκι
(ουσ.)
γιακατζάκ'
[ʝakaˈdzak]
Μαλακ.
γιακoτζάκ'
[ʝakοˈdzak]
Αξ.
Πληθ.
γιακατζάqια
[ʝakaˈdzqʝa]
Μαλακ.
γιακατζάκια
[ʝakaˈdzaça]
Αξ.
γιακατζ̑άχια
[ʝakaˈdʒaça]
Αξ., Φλογ.
γιακoτζάχ̇ια
[ʝakοˈdzaxja]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. yakacak = καύσιμη ύλη.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026