ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

άνω (επίρρ.) άνου [ˈanu] Μισθ., Φάρασ. Αρχ. επίρρ. ἄνω. Ο τύπ. ἄνου ήδη μεσν.
1. Επάνω Τσουχούρ., Φάρασ. : Σο γούμι 'ς τ' άνου (Πάνω στην άμμο) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Σον αραπάν 'ς τ' άνου (Πάνω στο κάρο) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Σο ταβάνι στ'άνου κρεμαέτουν α σοπάρι (Στο ταβάνι ψηλά ήταν κρεμασμένο, ένα σκεπάρνι) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Είδιν σ’ έν τοιέχους 'ς τ' άνου άν τάλι (Είδε πάνω σ' έναν τοίχο ένα κλαδί) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Συνών. απάνω
2. Περισσότερο ό.π.τ. : 'ς τα τέσσερα 'ς τ' άνου (Πιο πάνω, παραπάνω από τέσσερα) Φάρασ. -Ανδρ. Γρηγόρης ήτουν άνου δα ενεήνdα μι 'κατό (Ο Γρηγόρης ήταν πάνω από ενενήντα με εκατό ετών) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Συνών. ακόμα :3, άλλα-λίγο, άλλος :1, νταχά, περισσός :3, πιο
Τροποποιήθηκε: 09/06/2026