ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κυλιντερός (επίθ.) κυλινdιρό [cilindiˈrο] Μισθ. γκυλινdιρό [ɟilindiˈrο] Μισθ. γκυλιγκιρό [ɟiliŋɟiˈrο] Μισθ. Από το ουσ. κύλινδρος και το παραγωγ. επίθμ. -ερός, με απλοπ. των δύο επάλληλων υγρών. Λιγότερο πιθ. άμεση παραγωγή από ρ. κυλίνδω + επίθμ. -ερός (πβ. σιχαίνω > σιχαντερός).
1. Κυλινδρικός, στρογγυλός : Ντου κυλινdιρό ντου χτέρ’ (Κυλινδρική πέτρα) Μισθ. -Κωστ.Μ. Το χοντσ̑ά ήταν γκυλιγκιρό ή κιοσαλού (Το τραπέζι ήταν στρογγυλό ή με γωνίες (τετράγωνο)) Μισθ. -ΙΛΝΕ 826 Συνών. γιουβαρλάκι :1, στρογγυλός, τεκερλέκι :2, τεκερλούς, τοπαρλάχι
2. Κυκλικός : Γκυλινdιρό χόρους (Κυκλικός χορός) Μισθ. -Μακρ.
Τροποποιήθηκε: 04/08/2025