λίγωμα
(ουσ. ουδ.)
λι-έγουμα
[liˈeɣuma]
Φάρασ.
Νεότ. ουσ. λίγωμα = λιποθυμία. Για την σημ. πβ. και μεσν. λιγωμάρα = κούραση.
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026