λιγεύω
(ρ.)
λιγεύω
[liˈʝevo]
Αξ., Αραβαν., Φλογ.
λι-εγεύω
[lieˈʝevo]
Φάρασ.
Αόρ.
λίγεψα
[ˈliʝepsa]
Φλογ.
λίεψα
[ˈliepsa]
Αξ.
Από το μεσν. ρ. ὀλιγεύω, το οπ. από το επίθ. ὀλίγος και το παραγωγ. επίθμ. -εύω. Ο τύπ. λιγεύω νεότ.
1. Λιγοστεύω, ελαττώνω κάτι
ό.π.τ.
:
Τα μινdάρια αποκάτω παίρ’ τα, πάλι ντέ παιν’· τα γεμέκια λίεψεν dα, πάλι ντέ παιν’
(Του παίρνει αποκάτω του τα στρώματα (ενν. του μουσαφίρη), δεν φεύγει· του ελάττωσε τα γεύματα, πάλι δεν φεύγει)
Αξ.
-Dawk.
Συνών.
λιγώνω :2, μικραίνω :1
2. Αμτβ., λιγοστεύω, ελαττώνομαι
ό.π.τ.
:
Το νερό λιγεύ'
(Το νερό λιγοστεύει)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Είδεν τι κι λι-έγεψαν οι μέρε τ'ς να χαθεί
(Είδε ότι λιγόστεψαν οι μέρες της να πεθάνει)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Συνών.
λιγώνω :1
β.
Ειδικότ., αδυνατίζω
Αξ.
:
|| Φρ.
Λίγεψα ντυό ’νgές
(Λιγόστεψα δυο οκάδες
˙
έχασα δυο οκάδες σε βάρος, αδυνάτισα κατά δύο οκάδες)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026