ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

άλεϊ (επίρρ.) άλεϊ [ʹalei] Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ., Φκόσ. Πιθ. από το ουσ. αλλάγι, όπου και τύπ. αλέ. Εναλλακτικά, από το επίρρ. γιάλινιζ < τουρκ. επίρρ. yalnız = α) μόνος β) επίρρ., απλώς, μόνο, όπου και διαλεκτ. τύπ. yalınız, yalıñız, yalğız, yalhı, yalhı (THADS, λ. yalaguz I).
Ως επίρρ., μόνο ό.π.τ. : Θέκναν τα σου στσ̑υλού το τσανάχι, είχαν ντα άλεϊ για τις μουσαφίρ'τοι (Το έβαζαν στην γαβάθα του σκύλοι, το είχαν μόνο για τους επισκέπτες) Φάρασ. -Παπαδ. Η νύφη κρατήθη άλεϊ α σαχάτι (Η νύφη κρατήθηκε μόνο για λίγη ώρα) Φάρασ. -Παπαδ. Του ’γώ είμαι άλεϊ φυακιάρ’, αφτέν' του κουμασού είσαι συ (Εγώ είμαι μόνο ένας απλός φύλακας, αφέντης στο κοτέτσι είσαι εσύ) Φάρασ. -Παπαδ. Να με βράσ', 'α ινώ τελέφι χα 'πομείνει άλεϊ το πόστι μου (Αν με βράσεις, θα λιώσω, θα απομείνει μόνο το πετσί μου) Φκόσ. -Παπαδ. Άλεϊ μεις αδέ τρομάζουμε τζ̑αι φοβούμεστε 'σ' τον dατά μας (Μόνο εμείς εδώ τρομάζουμε και φοβόμαστε τον πατέρα μας) Αφσάρ. -Παπαδ. Α βτομάδα νε νεκρούτουν, νε κατσεύκιν νε τρώγκιν· άλεϊ 'πνώγκιν σο μιντέρι κοντά σην παρκαμίνα (Μια βδομάδα ούτε ακουγόταν, ούτε μίλαγε ούτε έτρωγε· μόνο κοιμόταν στη μαξιλάρα δίπλα στο τζάκι) Φκόσ. -Παπαδ. Άλεϊ μο τ’ ώνεμα μπορείγκιν να ειπεί ατό του θέλει (Μόνο με νοήματα μπορούσε να πει αυτό που θέλει) Φάρασ. -Παπαδ. Είδιν σ’ έν τοιέχους 'ς τ' άνου αν τάλι, είσ̑ιν αλέι α 'λτινό κούλι (Είδε πάνω σ' έναν τοίχο ένα κλαδί, είχε μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Η ντιλπέρσα νε κατσεύει νε τίπους, αλέι φτέγκεινι ισμάρι μο τα σ̑έρα του (Η νεράιδα ούτε μιλάει ούτε τίποτα, μόνο έκανε νοήματα με τα χέρια της) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Συνών. άντζακ :2, μοναχά, μόνο :1, τσίχλα
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026