άλεϊ
(επίρρ.)
άλεϊ
[ʹalei]
Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ., Φκόσ.
Πιθ. από το ουσ. αλλάγι, όπου και τύπ. αλέ. Εναλλακτικά, από το επίρρ. γιάλινιζ < τουρκ. επίρρ. yalnız = α) μόνος β) επίρρ., απλώς, μόνο, όπου και διαλεκτ. τύπ. yalınız, yalıñız, yalğız, yalhı, yalhı (THADS, λ. yalaguz I).
Ως επίρρ., μόνο
ό.π.τ.
:
Θέκναν τα σου στσ̑υλού το τσανάχι, είχαν ντα άλεϊ για τις μουσαφίρ'τοι
(Το έβαζαν στην γαβάθα του σκύλοι, το είχαν μόνο για τους επισκέπτες)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Η νύφη κρατήθη άλεϊ α σαχάτι
(Η νύφη κρατήθηκε μόνο για λίγη ώρα)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Του ’γώ είμαι άλεϊ φυακιάρ’, αφτέν' του κουμασού είσαι συ
(Εγώ είμαι μόνο ένας απλός φύλακας, αφέντης στο κοτέτσι είσαι εσύ)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Να με βράσ', 'α ινώ τελέφι χα 'πομείνει άλεϊ το πόστι μου
(Αν με βράσεις, θα λιώσω, θα απομείνει μόνο το πετσί μου)
Φκόσ.
-Παπαδ.
Άλεϊ μεις αδέ τρομάζουμε τζ̑αι φοβούμεστε 'σ' τον dατά μας
(Μόνο εμείς εδώ τρομάζουμε και φοβόμαστε τον πατέρα μας)
Αφσάρ.
-Παπαδ.
Α βτομάδα νε νεκρούτουν, νε κατσεύκιν νε τρώγκιν· άλεϊ 'πνώγκιν σο μιντέρι κοντά σην παρκαμίνα
(Μια βδομάδα ούτε ακουγόταν, ούτε μίλαγε ούτε έτρωγε· μόνο κοιμόταν στη μαξιλάρα δίπλα στο τζάκι)
Φκόσ.
-Παπαδ.
Άλεϊ μο τ’ ώνεμα μπορείγκιν να ειπεί ατό του θέλει
(Μόνο με νοήματα μπορούσε να πει αυτό που θέλει)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Είδιν σ’ έν τοιέχους 'ς τ' άνου αν τάλι, είσ̑ιν αλέι α 'λτινό κούλι
(Είδε πάνω σ' έναν τοίχο ένα κλαδί, είχε μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Η ντιλπέρσα νε κατσεύει νε τίπους, αλέι φτέγκεινι ισμάρι μο τα σ̑έρα του
(Η νεράιδα ούτε μιλάει ούτε τίποτα, μόνο έκανε νοήματα με τα χέρια της)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
άντζακ :2, μοναχά, μόνο :1, τσίχλα
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026