ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ρισμένος (επίθ.) ρισμένος [riˈzmenos] Φάρασ. Πιθ. ουσιαστικοπ. παθ. μτχ. του ρ. ορίζω - αφορίζω. Πβ. δένω :3
1. Συνάπτω σχηματίζοντας κόμπο, δεσμό, τα άκρα νήματος, σχοινιού, κλπ ό.π.τ. : Ντήισ̑καμ' ντου νεφαλό (Δέναμε (του νεογέννητου) τον αφαλό) Μισθ. -ΙΛΝΕ σ̑ην πρώτη δένκαμε μιά κλωστή για το ρίο (Την πρώτη (του Μάρτη) δέναμε στο χέρι μας μιά κλωστή για (προστασία από) την ελονοσία) Φάρασ. -ΕΚΠΑ 2142 Ντίηξεις τσι δου τέλ’, μετά κουβάλς άχυρου (Έδενες και το σύρμα, μετά κουβαλούσες το άχυρο) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ || Φρ. Ντήσταν τα έντερα (Δέθηκαν τα έντερα˙ έπαθε ειλεό) Μισθ. -Κωστ.Μ. || Ασμ. Διπλά δένουν τα σίδερα, τρίδιπλα τ' αλυσίδι Φερτάκ. -Αλεκτ.Άσμ. Συνών. λητεύω
2. Ακινητοποιώ κάποιον περιβάλλοντας τα χέρια ή τα πόδια του με σχοινί ή άλλον δεσμό ό.π.τ. : Ντήισ̑καν τα πτέρια τ' (Έδεναν τα πόδια του) Μισθ. -Κωστ.Μ. Έρησιν ντου τα σ̑έριαν ντου πίσου (Του έδεσε τα χέρια πίσω) Σίλ. -Κωστ.Σ. || Ασμ. Ας πιάσουνε τον Πόρφυρον, μεσάγκων' ας τον δέσουν
Επιάσανε τον Πόρφυρον, μεσάγκωνα τον δένουν
(Aς πιάσουν τον Πορφύρη, πισθάγκωνα ας τον δέσουν
Έπιασαν τον Πορφύρη, πισθάγκωνα τον δένουν)
Φερτάκ. -Αλεκτ.
Συνών. λητεύω
3. Περιτυλίγω με λωρίδα υφάσματος, επιδένω ό.π.τ. : Ντήισ̑καν τα μάτια τ' μ' ένα γιαμενί (Του έδεναν τα μάτια μ' ένα μαντήλι) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ντήιξαμ' μ' ένα ράμμα τα μέσα τ'νι (Δέναμε με μιά κλωστή την μέση της (εγκύου)) Μισθ. -Κωστ.Μ. Οπ' μετάξι έρηναμ' σ̑έρι μας (Δέναμε το χέρι μας με μετάξι) Σίλ. -Κωστ.Σ. Έτσαμε ντέκα ζευγολότια (Δέσαμε δέκα λουριά της ζεύλας) Μισθ. -ΙΛΝΕ Τα μάτσ̑α μ' γιομώχαν όιμα· να τα δέσω με ψωμί συλωμένο στο κρασί (Τα μάτια μου γέμισαν αίμα· να τα επιδέσω με ψωμί μουσκεμένο στο κρασί) Γούρδ. -Καράμπ. Εκείνου μέρα δου βραΰ, ιτό έτ’σαν ντου γιατροί, έχουν ντου ντησμένου (Εκείνη την ημέρα το βράδυ, αυτό (το δάχτυλο) το έδεσαν οι γιατροί, το έχω δεμένο) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Όσα ποδάρια σπάισ̑καν, ντήισ̑κε τα καλά (Όσα πόδια έσπαζαν, τα έδενε καλά) Μισθ. -ΙΛΝΕ Πβ. ντολαντίζω, ντολατίζω
4. Προσδένω κάποιον ή κάτι σε (σταθερό) σημείο ό.π.τ. : Ντήζου ντου χαϊβάν' σου πασσάλ’ (Δένω το ζώο στο παλούκι) Μισθ. -Κοτσαν. Ντήιξαμ' τα οπίσω τ' (Τα δέναμε στην ράχη του) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ντήιξαν τρία τσ̑ουβάλια απουγά, τρία τσ̑ουβάλια απουγάρτα σου γαϊdούρ' απάνου (Έδεναν τρία τσουβάλια από δω, τρία τσουβάλια από την άλλη πάνω στο γαϊδούρι) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Έδεσεν τσ̑η ναίκα τ' και το φσ̑άχi τ' σε σεράνdα αλόγου πράδια (Έδεσε την γυναίκα του και το παιδί του στις οπλές σαράντα αλόγων) Τελμ. -Dawk. Έdεσαν ντο 'ς ένα ιτέν' απ'κάτω να βοσκήσ̑' ντεγί (Το έδεσαν κάτω από μιά ιτιά για να βοσκήσει) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Ντανά σ̑υ σε τα ρήσ̑εις (Εσύ να δέσεις το μοσχάρι) Σίλ. Ντεσέτ' ταν εκεί (Δέστε τα εκεί) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Ντο χτηνό ντενημένο 'ναι μι; (Η αγελάδα είναι δεμένη;) Ουλαγ. -Κεσ. Πηγαίνει τ' αχόρι να ρήσ̑ει χαϊβάνιν ντoυ (Πηγαίνει στο αχούρι να δέσει το ζώο του) Σίλ. -Κωστ.Σ. Καταβαίν' ασ' σο άλογο, δεν' το ναίκα τ' σο qουϊρούγα τ' (Kατεβαίνει από το άλογο, δένει την γυναίκα του στην ουρά του) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 || Παροιμ. Καλά έdεσεν ντο γαϊδούρι τ' (Καλά έδεσε τον γάιδαρό του˙ εξασφαλίστηκε για τα καλά) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. || Ασμ. Έπιασαν και την έδεσαν με μαύρη αλυσίδα
κι η κόρ' από τον φόβο της φωνάζει Αγι-Γιώργη
(Έπιασαν και την έδεσαν με μαύρη αλυσίδα,
κι η κόρη απ' τον φόβο της φωνάζ' τον Αϊ-Γιώργη)
Σινασσ. -Αρχέλ.
Συνών. λητεύω
5. Μτφ., παρεμποδίζω δραστηριότητα, κίνηση ή διαδικασία ό.π.τ. : Ντένω τα λερά (Σταματώ το πότισμα) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Ντηστήχην το χωρίι τ' (Σταμάτησαν τα ούρα του) Μισθ. -Κωστ.Μ. Τα στρατές ντεμένα 'νdαι (Οι δρόμοι είναι κλειστοί) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. || Φρ. Έτ'σαν ντου φέgου (Έδεσαν το φεγγάρι˙ έγινε έκλειψη σελήνης) -ΙΛΝΕ Έτ'σαν τα σ̑υννίφαdα (Έδεσαν τα σύννεφα˙ επήλθε ανομβρία) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ντηζιέτι όλιους (Δένεται ο ήλιος˙ γίνεται έκλειψη ηλίου) Μισθ. -Κωστ.Μ. Συνών. αλικοτίζω, κατακωλώ, κρατώ, ντοχαντίζω
6. Εμποδίζω ή αποτρέπω με μαγικά μέσα ή ξόρκια κάτι επιβλαβές ή ανεπιθύμητο όπως μιά ασθένεια ή μιά ερωτική συνεύρεση ό.π.τ. : Δένισ̑κεν το σι̂τμά (Ξόρκιζε την ελονοσία) Φλογ. -ΙΛΝΕ Έτ'σαν ντα (Τους έδεσαν (σε περιπτώσεις όπου κάποιος υποτίθεται ότι "έδενε" με μαγεία ένα ζευγάρι προκειμένου να μην μπορούν να συνευρεθούν)) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ούτσα λύκοσγιου ντο στόμα ντέν' ντο, ντε μο να ο φάει άλλε ντο χτήνο ντο λύκος (Έτσι το στόμα του λύκου το δένει (ενν. ο παπάς), δεν μπορεί πια να το φάει το ζώο ο λύκος) Ουλαγ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Συνών. λητεύω
7. Μτφ., δεσμεύω ηθικά, νομικά ή θρησκευτικά ό.π.τ. : Μι τ' αβγό δένιτι, μι τ' αυγό λύνιτι η νηστεία (Με το αυγό ξεκινά και με το αυγό λήγει η νηστεία) Ανακ., Δίλ. -Κωστ.Μ. Βλοΐστη, ντηστήχη (Ευλογήθηκε, παντρεύτηκε) Μισθ. -ΙΛΝΕ
Τροποποιήθηκε: 17/06/2025