ρισμένος
(επίθ.)
ρισμένος
[riˈzmenos]
Φάρασ.
Πιθ. ουσιαστικοπ. παθ. μτχ. του ρ. ορίζω - αφορίζω.
Πβ.
δένω :3
1. Συνάπτω σχηματίζοντας κόμπο, δεσμό, τα άκρα νήματος, σχοινιού, κλπ
ό.π.τ.
:
Ντήισ̑καμ' ντου νεφαλό
(Δέναμε (του νεογέννητου) τον αφαλό)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ
σ̑ην πρώτη δένκαμε μιά κλωστή για το ρίο
(Την πρώτη (του Μάρτη) δέναμε στο χέρι μας μιά κλωστή για (προστασία από) την ελονοσία)
Φάρασ.
-ΕΚΠΑ 2142
Ντίηξεις τσι δου τέλ’, μετά κουβάλς άχυρου
(Έδενες και το σύρμα, μετά κουβαλούσες το άχυρο)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
|| Φρ.
Ντήσταν τα έντερα
(Δέθηκαν τα έντερα˙ έπαθε ειλεό)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
|| Ασμ.
Διπλά δένουν τα σίδερα, τρίδιπλα τ' αλυσίδι
Φερτάκ.
-Αλεκτ.Άσμ.
Συνών.
λητεύω
2. Ακινητοποιώ κάποιον περιβάλλοντας τα χέρια ή τα πόδια του με σχοινί ή άλλον δεσμό
ό.π.τ.
:
Ντήισ̑καν τα πτέρια τ'
(Έδεναν τα πόδια του)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Έρησιν ντου τα σ̑έριαν ντου πίσου
(Του έδεσε τα χέρια πίσω)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
|| Ασμ.
Ας πιάσουνε τον Πόρφυρον, μεσάγκων' ας τον δέσουν
Επιάσανε τον Πόρφυρον, μεσάγκωνα τον δένουν (Aς πιάσουν τον Πορφύρη, πισθάγκωνα ας τον δέσουν
Έπιασαν τον Πορφύρη, πισθάγκωνα τον δένουν) Φερτάκ. -Αλεκτ. Συνών. λητεύω
Επιάσανε τον Πόρφυρον, μεσάγκωνα τον δένουν (Aς πιάσουν τον Πορφύρη, πισθάγκωνα ας τον δέσουν
Έπιασαν τον Πορφύρη, πισθάγκωνα τον δένουν) Φερτάκ. -Αλεκτ. Συνών. λητεύω
3. Περιτυλίγω με λωρίδα υφάσματος, επιδένω
ό.π.τ.
:
Ντήισ̑καν τα μάτια τ' μ' ένα γιαμενί
(Του έδεναν τα μάτια μ' ένα μαντήλι)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ντήιξαμ' μ' ένα ράμμα τα μέσα τ'νι
(Δέναμε με μιά κλωστή την μέση της (εγκύου))
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Οπ' μετάξι έρηναμ' σ̑έρι μας
(Δέναμε το χέρι μας με μετάξι)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Έτσαμε ντέκα ζευγολότια
(Δέσαμε δέκα λουριά της ζεύλας)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ
Τα μάτσ̑α μ' γιομώχαν όιμα· να τα δέσω με ψωμί συλωμένο στο κρασί
(Τα μάτια μου γέμισαν αίμα· να τα επιδέσω με ψωμί μουσκεμένο στο κρασί)
Γούρδ.
-Καράμπ.
Εκείνου μέρα δου βραΰ, ιτό έτ’σαν ντου γιατροί, έχουν ντου ντησμένου
(Εκείνη την ημέρα το βράδυ, αυτό (το δάχτυλο) το έδεσαν οι γιατροί, το έχω δεμένο)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Όσα ποδάρια σπάισ̑καν, ντήισ̑κε τα καλά
(Όσα πόδια έσπαζαν, τα έδενε καλά)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ
Πβ.
ντολαντίζω, ντολατίζω
4. Προσδένω κάποιον ή κάτι σε (σταθερό) σημείο
ό.π.τ.
:
Ντήζου ντου χαϊβάν' σου πασσάλ’
(Δένω το ζώο στο παλούκι)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Ντήιξαμ' τα οπίσω τ'
(Τα δέναμε στην ράχη του)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ντήιξαν τρία τσ̑ουβάλια απουγά, τρία τσ̑ουβάλια απουγάρτα σου γαϊdούρ' απάνου
(Έδεναν τρία τσουβάλια από δω, τρία τσουβάλια από την άλλη πάνω στο γαϊδούρι)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Έδεσεν τσ̑η ναίκα τ' και το φσ̑άχi τ' σε σεράνdα αλόγου πράδια
(Έδεσε την γυναίκα του και το παιδί του στις οπλές σαράντα αλόγων)
Τελμ.
-Dawk.
Έdεσαν ντο 'ς ένα ιτέν' απ'κάτω να βοσκήσ̑' ντεγί
(Το έδεσαν κάτω από μιά ιτιά για να βοσκήσει)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Ντανά σ̑υ σε τα ρήσ̑εις
(Εσύ να δέσεις το μοσχάρι)
Σίλ.
Ντεσέτ' ταν εκεί
(Δέστε τα εκεί)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Ντο χτηνό ντενημένο 'ναι μι;
(Η αγελάδα είναι δεμένη;)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Πηγαίνει τ' αχόρι να ρήσ̑ει χαϊβάνιν ντoυ
(Πηγαίνει στο αχούρι να δέσει το ζώο του)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Καταβαίν' ασ' σο άλογο, δεν' το ναίκα τ' σο qουϊρούγα τ'
(Kατεβαίνει από το άλογο, δένει την γυναίκα του στην ουρά του)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
|| Παροιμ.
Καλά έdεσεν ντο γαϊδούρι τ'
(Καλά έδεσε τον γάιδαρό του˙ εξασφαλίστηκε για τα καλά)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
|| Ασμ.
Έπιασαν και την έδεσαν με μαύρη αλυσίδα
κι η κόρ' από τον φόβο της φωνάζει Αγι-Γιώργη (Έπιασαν και την έδεσαν με μαύρη αλυσίδα,
κι η κόρη απ' τον φόβο της φωνάζ' τον Αϊ-Γιώργη) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. λητεύω
κι η κόρ' από τον φόβο της φωνάζει Αγι-Γιώργη (Έπιασαν και την έδεσαν με μαύρη αλυσίδα,
κι η κόρη απ' τον φόβο της φωνάζ' τον Αϊ-Γιώργη) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. λητεύω
5. Μτφ., παρεμποδίζω δραστηριότητα, κίνηση ή διαδικασία
ό.π.τ.
:
Ντένω τα λερά
(Σταματώ το πότισμα)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Ντηστήχην το χωρίι τ'
(Σταμάτησαν τα ούρα του)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Τα στρατές ντεμένα 'νdαι
(Οι δρόμοι είναι κλειστοί)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
|| Φρ.
Έτ'σαν ντου φέgου
(Έδεσαν το φεγγάρι˙ έγινε έκλειψη σελήνης)
-ΙΛΝΕ
Έτ'σαν τα σ̑υννίφαdα
(Έδεσαν τα σύννεφα˙ επήλθε ανομβρία)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ντηζιέτι όλιους
(Δένεται ο ήλιος˙ γίνεται έκλειψη ηλίου)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Συνών.
αλικοτίζω, κατακωλώ, κρατώ, ντοχαντίζω
6. Εμποδίζω ή αποτρέπω με μαγικά μέσα ή ξόρκια κάτι επιβλαβές ή ανεπιθύμητο όπως μιά ασθένεια ή μιά ερωτική συνεύρεση
ό.π.τ.
:
Δένισ̑κεν το σι̂τμά
(Ξόρκιζε την ελονοσία)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ
Έτ'σαν ντα
(Τους έδεσαν (σε περιπτώσεις όπου κάποιος υποτίθεται ότι "έδενε" με μαγεία ένα ζευγάρι προκειμένου να μην μπορούν να συνευρεθούν))
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ούτσα λύκοσγιου ντο στόμα ντέν' ντο, ντε μο να ο φάει άλλε ντο χτήνο ντο λύκος
(Έτσι το στόμα του λύκου το δένει (ενν. ο παπάς), δεν μπορεί πια να το φάει το ζώο ο λύκος)
Ουλαγ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Συνών.
λητεύω
7. Μτφ., δεσμεύω ηθικά, νομικά ή θρησκευτικά
ό.π.τ.
:
Μι τ' αβγό δένιτι, μι τ' αυγό λύνιτι η νηστεία
(Με το αυγό ξεκινά και με το αυγό λήγει η νηστεία)
Ανακ., Δίλ.
-Κωστ.Μ.
Βλοΐστη, ντηστήχη
(Ευλογήθηκε, παντρεύτηκε)
Μισθ.
-ΙΛΝΕ
Τροποποιήθηκε: 17/06/2025