εμπλάκι
(ουσ. ουδ.)
εμbλάκι
[emˈblaci]
Φάρασ.
εμbλάκ'
[emˈblak]
Φάρασ.
ιμπλάκι
[imʹblaci]
Φάρασ.
Από το τουρκ. (< αραβ.) ουσ. emlâk, πληθ. του mülk.
Βλ.
μούλκι
Φόρος κτηματικής περιουσίας
Φάρασ.
:
Δίνκαμ' εμbλάκ'
(Δίναμε φόρο)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Συνών.
βεργκί, γκιουμρούκι, δόσιμο, σαλγούνι, χαράτσι
Τροποποιήθηκε: 19/02/2026