ζεφκλεντίζω
(ρ.)
ζεφκλενdίζω
[zefklenˈdizo]
Αραβαν.
ζεφκλεdίζω
[zefkleˈdizo]
Τροχ.
σεφκλενdίζω
[sefklenˈdizo]
Αξ.
Νεότ. ρ. ζεφκλεντίζω = περιπαίζω (Mackridge 2021: 28), το οπ. από το τουρκ. ρ. zevklenmek (αόρ. zevklendi) = α) ευχαριστιέμαι β) περιπαίζω.
Κοροϊδεύω
ό.π.τ.
:
Ούλ-λο το κόσμος το ζεφκλένdιζε
(Όλος ο κόσμος τον κορόιδευε)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Ούλα να σεφκλενdίσ̑’ το ένα τ’ άλλο
(Όλοι να κοροϊδέψουν ο ένας τον άλλο)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1555
Ετό ζεφκλεντίζ' με
(Αυτός με κοροϊδεύει)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1556
Συνών.
αναγελώ :1, γαριέζω, γελώ :2, ζαναχεύω, παίζω :4, παραγελώ
Τροποποιήθηκε: 01/10/2025