μαχζένι
(ουσ. ουδ.)
μαχζέμι
[maxˈzemi]
Φάρασ.
μαχσένι
[maxˈseni]
Σίλατ., Σινασσ.
μαχσέν'
[maxʹsen]
Μαλακ.
Πληθ.
μαχσένια
[maxʹseɲa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. mahzen = υπόγεια αποθήκη (< αραβ. maḫzan = α) δεξαμενή β) αποθήκη. Πβ. το κοινό ΝΕ μαγαζί.
1. Χτιστή δεξαμενή νερού για πότισμα σε κήπους
Σινασσ.
Συνών.
απανωλάκκι, γούρνα :2, μουσλούκι :3, σαρνίτσι, χαβούζι
2. Αποθήκη, κελλάρι
Μαλακ., Φάρασ.
:
Πααίγκιν σο μαχζέμι, θεκνίγκιν αν τουρλού γεμέκα σο τεψί μπρο του τζαι φταίγκιν α ζόρι φάγεμα
(Πήγαινε στο κελάρι, έβαζε μια ποικιλία φαγητά στο ταψί μπροστά της και έκανε ένα θαυμάσιο γεύμα)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Συνών.
κελλάρι, παχνί :2, φοσσί :2
Τροποποιήθηκε: 09/11/2025