γατζίχι
(ουσ. θηλ.)
γατζ̑ίχ’
[ɣaˈdʒix]
Αξ., Τροχ.
Πληθ.
γατζ̑ίχ̇ια
[ɣaˈdʒixʝa]
Τροχ.
Απο τουρκ. διαλεκτ. ουσ. hahciyh/hahcıh = κορίτσι, το οπ. από το αρμεν. ουσ. աղջիկ (aġǰik) = κορίτσι (Dankoff 1995: 19).
Τροποποιήθηκε: 28/04/2025